Αρχείο

Posts Tagged ‘σχολείο’

Κριτική στο «Νέο Λύκειο»

Οκτώβριος 22, 2010 Σχολιάστε

Ανακοίνωση του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ -για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» σχετικά με τις «Προτάσεις επιτροπής» του Υπουργείου Παιδείας για την αναμόρφωση του Λυκείου.

 

Μετά τη δημοσιοποίηση κειμένου με τις «Προτάσεις για την αναμόρφωση του Λυκείου» που επεξεργάστηκε επιτροπή του Υπουργείου παιδείας, δια βίου μάθησης & θρησκευμάτων, και επειδή θεωρούμε επιβεβλημένη τη συμβολή μας στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται, καταθέτουμε τις παρακάτω απόψεις:

1. Πριν από οποιαδήποτε άλλη κρίση για το κείμενο της επιτροπής σχετικά με το περιεχόμενο και τις κατευθύνσεις του «νέου Λυκείου», οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ως ιδιαίτερα θετικό το γεγονός ότι το Υπουργείο θέτει επί τάπητος το πρόβλημα, ομολογώντας -έστω και με τη μέθοδο της διαρροής- την ανεπάρκεια και τη βαθιά κρίση που χαρακτηρίζουν αυτή τη βαθμίδα της εκπαίδευσης.
Στο πλαίσιο αυτό αντιμετωπίζουμε κατ’ αρχάς θετικά και το άνοιγμα της δημόσιας συζήτησης για το χαρακτήρα του Λυκείου. Συμφωνούμε και εμείς ότι απαιτούνται ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές, για να πάψει η υπαγωγή και απορρόφηση της εκπαιδευτικής αυτής βαθμίδας από την ασφυκτική και στρεβλή διαδικασία των εισαγωγικών εξετάσεων και να ανακτήσει τον αυτοτελή μορφωτικό χαρακτήρα που οφείλει να έχει στην αγωγή των νέων.

2. Διαπιστώνουμε όμως, ότι το συγκεκριμένο σχέδιο για το «νέο Λύκειο», παρότι τονίζει την ανάγκη «μορφωτικής αυτοτέλειας» του Λυκείου, εν τούτοις, στην πράξη συναρτά πλήρως το Πρόγραμμα Σπουδών του με την προοπτική εισαγωγής των μαθητών στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση και το καθιστά έτσι, για άλλη μία φορά, υποτελές σε αυτήν.
Είναι γεγονός, ότι το σχέδιο του «νέου Λυκείου» είναι μια αντιγραφική παραλλαγή του εκπαιδευτικού προτύπου του International Baccalaureate Diploma Programme, γνωστού και ως Ι.Β. Ως γνωστόν, το Ι.Β. είναι ένα ειδικό προ-πανεπιστημιακό σύστημα εκπαίδευσης, που απευθύνεται σε μαθητές ιδιαίτερου μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου (elite), με ειδικούς στόχους στενά συναρτημένους με τις μετέπειτα ακαδημαϊκές σπουδές τους στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο, ότι τα σχολεία αυτά πιστοποιούνται από Οργανισμό του Ι.Β.D.P., ώστε να ανταποκρίνονται σε αυστηρά κριτήρια και αυξημένες απαιτήσεις, όπως: μαθήματα διαφορετικών επιπέδων (SL/standard level, HL/high level), με δυνατότητα επιλογής της διδακτέας ύλης από ένα ευρύτατο φάσμα βιβλιογραφίας, άρτιες υποδομές, με ειδικά επιμορφωμένους εκπαιδευτικούς, σύγχρονες και ενημερωμένες βιβλιοθήκες, εργαστήρια υψηλών προδιαγραφών, χρήση και αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, και, φυσικά, υψηλό προϋπολογισμό για τη λειτουργία τους. Για όλους αυτούς τους λόγους άλλωστε, στις ευρωπαϊκές χώρες αυτά τα -ειδικών προδιαγραφών- σχολεία εντάσσονται στα μη υποχρεωτικά. Εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, αν είναι φρόνιμο, εφικτό και… έντιμο, να αποτελέσει το Ι.Β. γενικευμένο πρότυπο για ένα εκπαιδευτικό σύστημα εθνικής κλίμακας και δημόσιας αναφοράς σαν το ελληνικό -και μάλιστα από το επόμενο σχολικό έτος!

Οι «Προτάσεις» της επιτροπής δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν σοβαρά τα ερωτήματα αυτά, όπως επίσης δεν φαίνεται να λαμβάνουν καθόλου υπ’ όψη τους όλα τα σχετικά παιδαγωγικά και λειτουργικά προβλήματα που θα προκύψουν από μια βιαστική και απροϋπόθετη εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο. Σχεδιάζοντας επί χάρτου, προχωρά στη διατύπωση «Προτάσεων» διεξόδου από την κρίση οι οποίες, όμως, βασίζονται σε μια επιδερμική και ρηχή διάγνωση των πραγματικών προβλημάτων του Λυκείου -που είναι άλλωστε εν πολλοίς προβλήματα και της υποχρεωτικής εκπαίδευσης: Η «μεγάλη έκταση της διδακτέας ύλης, η κατακερματισμένη και εργαλειακή προσέγγισή της, η κανονιστική διδασκαλία κ.ά.» χρεώνονται με συνοπτικές διαδικασίες «στην υποχρεωτική διδασκαλία των μαθημάτων» και προβάλλεται ως πανάκεια, για όλα τα δεινά που κατατρύχουν το Λύκειο, «η δυνατότητα των μαθητών να επιλέγουν τα μαθήματα που θα διδαχθούν», ώστε να καταστούν «συμμέτοχοι και υπεύθυνοι για τη μόρφωσή τους»! Εννοείται βέβαια, ότι -με βάση αυτήν την απλουστευτική λογική- θα έπρεπε να απορριφθούν ως αποτυχημένα όλα εκείνα τα εκπαιδευτικά συστήματα (βλ. Φιλανδία, Νορβηγία κ.α.) [1] που στηρίζονται σε ένα ευρύ φάσμα υποχρεωτικών μαθημάτων και που μέχρι πρότινος θαυμάζαμε…

  Διαβάστε περισσότερα…

Τρεις Ιεράρχες και σχολείο σήμερα…

Ιανουαρίου 29, 2010 2 Σχόλια

Του Γιώργου Μάλφα  (malfasg@gmail.com)

 

Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Θεολόγος: συμπιέζουμε την αγιότητα σε βιβλία και ομιλίες, σε αργίες και επετείους. Πάντα μας διαφεύγει…

 

Τους «Προστάτες της Παιδείας και των Γραμμάτων» τιμά ράθυμα και υποκριτικά η δημόσια εκπαίδευση, σε μια συγκυρία φέτος για την πατρίδα  καταθλιπτική. Η απειλή της επιτήρησης, η παύση πληρωμών, ο εφιάλτης της χρεοκοπίας…

 

Μια κοινωνία που καλόμαθε να καταναλώνει σαν παράσιτο γίνεται τώρα  «πεδίο βολής φτηνό» για τους πειραματισμούς των κερδοσκόπων του χρήματος. «Η πλουτοκρατία ήταν, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής αντίχριστος» που θα ’λεγε και ο Παπαδιαμάντης. Συνθλίβει μικρούς και αδύνατους. Αποθρασύνει μεγάλους και ισχυρούς. Μα πίσω από την κρίση των αριθμών, των δεικτών, και των ελλειμμάτων αποκαλύπτεται μια κρίση βαθιά πνευματική. Γιατί αν «ο αγώνας για το ψωμί μου είναι ζήτημα υλικό, ο αγώνας για το ψωμί του διπλανού μου είναι ζήτημα πνευματικό». Αυτό δεν θα σου το μάθουν βέβαια οι οικονομολόγοι που διαχειρίζονται τις κρίσεις του συστήματος, που καταρτίζουν «προγράμματα σταθερότητας». Θα σου το μάθουν δάσκαλοι ψυχωμένοι που μορφώνουν τα παιδιά μας.

 

Ποιος, αλήθεια, γιορτάζει και γιατί σήμερα; Ποια πρόταση ζωής εμπνέει το μαθητή, το δάσκαλο και το γονιό; Ποιον άνθρωπο διαπλάθουμε στο σχολείο σήμερα; Τι σχέση μπορεί να έχει  η άσκηση στην αλήθεια της ζωής που μας υπέδειξαν οι τιμώμενοι Ιεράρχες, με την καθημερινότητα  του σχολείου που βιώνουμε;

  Διαβάστε περισσότερα…

Η εθνική αμηχανία των σχολικών γιορτών

Οκτώβριος 26, 2009 1 Σχολιο

«Κάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους κρατάνε της καμπάνας το σκοινί – προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση»

Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη

 

του Γιώργου Μάλφα 

malfasg@gmail.com

 Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της «κρίσης ταυτότητας» που διαπερνά το σύγχρονο ελληνικό σχολείο είναι αυτό της διαχείρισης του ζητήματος των «εθνικών επετείων». Του τρόπου, δηλαδή, ανάγνωσης, ανάμνησης και ερμηνείας ιστορικών γεγονότων καθοριστικής σημασίας για την εθνική και κοινωνική επιβίωση-συνέχεια του λαού μας. Σε όποιον κινείται εντός της σχολικής πραγματικότητας είναι ολοφάνερη η αμηχανία και η αφασία που χαρακτηρίζει τις σχολικές επετείους των εθνικών μας γιορτών: αγχωτικό καθήκον, άχαρη εθιμική υποχρέωση, επαχθής εξακολουθητικός ευτελισμός των «ιδανικών» που κανείς πια δεν πιστεύει…

Στο επίκεντρο των σχετικών συζητήσεων ανακυκλώνεται αναπόφευκτα η έννοια και το περιεχόμενο του «έθνους»: η ιστορική και υλική του υπόσταση, η συμβολική και πολιτισμική του νοηματοδότηση. Το επίδικο του «έθνους» εξαιρετικά πολυσύνθετο από την ίδια του τη φύση. Πληθώρα ιστορικών, πολιτικών, κοινωνικών και ιδεολογικών προβολών ερίζουν για τον (καθ)ορισμό του «έθνους» και φορτίζουν με οξύτητα το κλίμα και τον χαρακτήρα των «εθνικών επετείων». Στις γραμμές που ακολουθούν επιχειρείται μια συνοπτική-σχηματική (και γι’ αυτό αναγκαστικά γενικευτική) παρουσίαση δύο κυρίαρχων προσεγγίσεων του νοήματος των εθνικών γιορτών όπως αυτές εκδηλώθηκαν διαχρονικά στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.

 

Το έθνος ως φετίχ

Στην εκδοχή αυτής της προσέγγισης δεσπόζει η υπεριστορική και αναχρονιστική αντίληψη για το έθνος που έλκει τις ρίζες της στη μεταπολεμική Ελλάδα και διατρέχει όλη την χρυσή εποχή της «εθνικοφροσύνης» μέχρι την πτώση του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών. Με αξονικό ιδεολόγημα τον «ελληνοχριστιανισμό» διαχώριζε τους Έλληνες, φυλάκιζε, εξόριζε, εξόντωνε ηθικά και φυσικά τους αντιπάλους της. Στις κρίσιμες εθνικά στιγμές, αν δεν επέλεγε την «αυτοεξορία», συμμαχούσε με τους κατακτητές σε κατοχικές κυβερνήσεις, επάνδρωνε τάγματα ασφαλείας, εξέτρεφε στα σπλάχνα της δωσίλογους και καταδότες και στο τέλος επέστρεφε ως αυτόκλητος σωτήρας στην πατρίδα εγκαθιδρύοντας «δημοκρατίες» που στην ανάγκη μεταλλάσσονταν σε… δικτατορίες. Είναι η παράταξη των «επαγγελματιών του έθνους», των «ελλαδεμπόρων», που από πολύ νωρίς και με τόση ευκρίνεια διέκρινε ο γνήσια ελληνοπρεπής και ορθόδοξος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, γράφοντας ότι «μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, εις όλον το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας, καθώς και το του πατριωτισμού» (Ο Διδάχος).

Η παράδοση των μεγάλων λόγων και των τραγικών ιστορικών ευθυνών, που ιδιοποιούνταν ιδιοτελώς τις θυσίες των αγωνιστών και τα σύμβολα ενότητας του λαού μας. Πουλούσε εργολαβικά τον πατριωτισμό και την πίστη των Ελλήνων και αγόραζε κυριαρχία και εξουσία με τη συνδρομή των ξένων τοποτηρητών της. Γιόρταζε στο σχολείο τις εθνικές γιορτές (μέχρι τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης) με μιαν αφόρητη πατριδοκάπηλη ρητορεία, με αυτάρεσκους εθνοφυλετικούς δεκάρικους, αποκρύβοντας σελίδες του σκοτεινού της παρελθόντος και διασύροντας ηλιθιωδώς κάθε αίσθημα γνήσιας φιλοπατρίας, σεβασμού και αγάπης για τη μακραίωνη πολιτιστική ιδιοπροσωπία των Ελλήνων. Φανατικά και αυτιστικά κλειστοφοβική, περιχαράκωνε τα οράματα και τις αξίες του οικουμενικού Ελληνισμού στα όρια ενός παρασιτικού και μεταπρατικού ελλαδισμού. Αυτή η «παράδοση» ξεψύχησε μέσα στη γραφικότητα και την ανυποληψία της. Στα σχολειά μας, δεν τη συναντά πια κανείς σήμερα, εκτός από κάποια θλιβερά απομεινάρια στο διάκοσμο και την αισθητική των σχολικών γιορτών που μάλλον δεν απασχολούν πλέον κανέναν.

 

Το έθνος ως ταμπού

 Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης μια άλλη προσέγγιση του «εθνικού» σε πλήρη αντίστιξη με την προηγούμενη, αργά αλλά σταδιακά, επεδίωξε και πέτυχε τη ρεβάνς έναντι της εθνοκαπηλίας. Μετά το πέρας του «σοσιαλιστικού» αμοραλισμού της «αλλαγής» («Έξω από το ΝΑΤΟ»!) δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες εγχώριες και διεθνείς συνθήκες (κατάρρευση υπαρκτού σοσιαλισμού, έκρηξη παγκοσμιοποίησης, κρίση πολιτικής κ.α.) για τη γέννηση και την ανάπτυξη μιας εθνομηδενιστικής κουλτούρας η οποία σήμερα κατακλύζει παντοδύναμη την κυρίαρχη πολιτική, τη διανόηση, την τέχνη και τα μέσα ενημέρωσης. Ένα ευρύ μέτωπο δυνάμεων του «εκσυγχρονισμού» που συσπείρωσε τις ελίτ των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας με αιχμή του δόρατος την «ανανεωτική» αριστερά του διεθνισμού (δίχως έθνος!) και του κοσμοπολιτισμού (με συμπλεγματική αποστροφή στο γηγενή πολιτισμό!) σε ρόλο οργανικού διανοουμένου. Στο εξής κάθε βιωματική αναφορά στις αξίες της πατρίδας, της παράδοσης και του πολιτισμού που γέννησε στη διαχρονία της, θα λοιδορείται κυνικά, θα χλευάζεται προκλητικά. Και οι ευαισθησίες μας θα αντιμετωπίζονται ως political correct όταν θα αφορούν την εκστρατεία διάσωσης του ιβηρικού λύγκα, για παράδειγμα, που απειλείται με εξαφάνιση· ενώ θα στοχοποιούνται απροκάλυπτα όταν θα αφορούν την πολιτιστική συρρίκνωση λαών, εθνών και παραδόσεων. Θα συκοφαντείται εκ προοιμίου κάθε αναφορά στο έθνος και όποιος θα διακατέχεται από ανάλογες ανησυχίες θα στιγματίζεται αυτόχρημα ως «εθνικιστής». Αν μάλιστα κανείς αποτολμήσει και επικαλεστεί την παράδοση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, του Άρη Βελουχιώτη και της Εθνικής Αντίστασης (εκπληκτικά μοναδική συνάρθρωση αιτημάτων εθνικής απελευθέρωσης και κοινωνικής χειραφέτησης με πάνδημη αποδοχή) τότε κακό του κεφαλιού του… Τα εγγόνια των εξόριστων και των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, πρώην κομμουνιστές και νυν «εκσυγχρονιστές», που συνωστίζονται τώρα στους προθαλάμους της εξουσίας, διψούν για προγραφές…

Αναθεώρηση της Ιστορίας, αναψηλάφηση των στερεοτύπων του «εθνικού φαντασιακού», υπέρβαση του «εθνοκεντρισμού» και μια σειρά άλλων υψηλών επιδιώξεων, το κύριο μενού του μεταρρυθμιστικού προγράμματος στο σύνολο των βαθμίδων της δημόσιας εκπαίδευσης, με στόχο να αποβάλουμε τον εθνικιστή εαυτό που κρύβουμε μέσα μας. Να ενοχοποιηθεί τελικώς στη συνείδηση του λαού μας το έθνος και η εθνική μας κληρονομιά αδιακρίτως (και όχι μόνο η εθνικιστική παραφθορά τους), δηλαδή ο τρόπος που γεννιόμαστε, τρώμε, μιλάμε, χορεύουμε, ερωτευόμαστε, πιστεύουμε, τραγουδάμε, κλαίμε, γελάμε, μαλώνουμε, πεθαίνουμε… τα τόσο κοινά σε όλους τους ανθρώπους, και ταυτόχρονα τόσο ξεχωριστά σε κάθε λαό.

 

Ποιος να γιορτάσει…

Από τη μια, η εθνοκάπηλη κενολογία. Κουράστηκε και η ίδια. Δεν αντέχει πια τον εαυτό της. Δεν πείθει πια κανέναν. Ξεθύμανε… Κιτρινισμένα και αραχνιασμένα στους τοίχους των σχολείων χάσκουν τα πορτρέτα των εθνικών αγωνιστών μας. Τους εγκατέλειψαν οι πάντες. Και αυτοί ακόμη οι ορκισμένοι υπερασπιστές τους, οι επίγονοι της «εθνικοφροσύνης», αναζητούν πλέον νέα, πιο ελκυστικά πρότυπα για τη νεολαία, στο χώρο του θεάματος (Ψινάκης) και του ελαφρολαϊκού τραγουδιού (Σαρρή). Από μια τέτοια φαιδρή εκδοχή «πατριωτισμού» κινδυνεύουμε μάλλον περισσότερο…

Από την άλλη, ο χορός των αναθεωρητών και της προσαρμογής στις …απαιτήσεις των καιρών. Εξυπνότεροι ή μάλλον πονηρότεροι ετούτοι. Την Εθνική Αντίσταση τη βάφτισαν «αντιπολεμικό κίνημα των λαών!» (sic). Αντιμιλιταριστικός ακτιβισμός στις οροσειρές της Πίνδου δηλαδή, με λίγο ράφτινγκ στα διαλείμματα για να μην αμελούμε και την οικολογική διάσταση της σύγχρονης εκπαίδευσης… Το διακύβευμα για τους λαούς δεν είναι πια το ελεύθερο, το ανυπότακτο φρόνημα. Η «ειρήνη» είναι ενός χυδαίου υλισμού, το κατά κεφαλήν εισόδημα, ο δείκτης της αγοραστικής δύναμης των μαζών. Μην καταπονείτε λοιπόν τα παιδιά με πληκτικά «νεκρόφιλες» τελετές που δεν πιστεύετε, βάλτε τους να δουν γλυκερές αντιπολεμικές ταινίες που καταλήγουν σε αισθηματικά ειδύλλια! Για να μαθαίνουν πως οι εθελόδουλοι χωρίς αντίσταση και επανάσταση θα επιβιώσουν, χωρίς εκούσιο συμβιβασμό πάνε χαμένοι…

 

Θαμμένος ζωντανός ο αληθινός εαυτός μας!

 Εθνοκάπηλοι και εθνομηδενιστές σκότωσαν την ψυχή μας. Πλήγωσαν τις ευαισθησίες, την περηφάνια του λαού μας. Κάντε μια βόλτα στα σχολειά μας… «να ζεις τον θάνατό σου για τους άλλους, δεν έχει τέτοιο επάγγελμα εδώ»! Ο σπόρος όμως δεν πήγε χαμένος. Θαμμένο στη γη μας το Σώμα της Αντίστασης. Κάποτε θα καρπίσει, αφού «δεν κοιμάται, δεν πεθαίνει, προσμένει την ανάσταση». Μιας «ελληνικότητας» που διαλέγεται ευρύχωρα στον κόσμο με ολάκερη τη Σάρκα της: τις ιδέες, τις αισθήσεις και τα βιώματά της.